ΕΙΔΑΜΕ/ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ Θεατής: «Μαντάμ Μποβαρί» στο Θέατρο Αποθήκη

Ο λυρισμός συναντά τον ωμό ρεαλισμό και το αριστουργηματικό μυθιστόρημα του Γκυστάβ Φλωμπέρ συναντούν οι Έλσα Ανδριανού και Λιλλυ Μελεμέ, οι οποίες αναλαμβάνουν τη διασκευή και τη σκηνοθεσία αντίστοιχα, στο Θέατρο Αποθήκη, με την Πέγκυ Τρικαλιώτη στον ομώνυμο ρόλο.

ΕΥΔΟΚΙΑ ΒΑΖΟΥΚΗ | 16.02.2024

Πίσω στο 1851, ο 30χρονος τότε Γκυστάβ Φλωμπέρ θα ξεκινούσε να γράφει για τη Μαντάμ Μποβαρί, μια ηρωίδα της οποίας η «σκανδαλώδης» ζωή θα κατέληγε να τον απασχολεί για έξι ολόκληρα χρόνια, ενώ έχοντας πια συγκεντρώσει στα χέρια του 4.500 χειρόγραφα θα ήταν πια έτοιμος να μοιραστεί την ιστορία της. Πού να φανταζόταν τότε ότι το μυθιστόρημά αυτό, στο οποίο τόσο πολύ αφιερώθηκε ο Γάλλος συγγραφέας, θα τον οδηγούσε – μετά την κυκλοφορία του το 1857 – σε δίκη, με την κατηγορία της προσβολής της θρησκείας και των δημοσίων ηθών εξαιτίας του προκλητικού περιεχομένου του, ενώ πολύ πολύ αργότερα θα έφτανε να αποτελεί ένα έργο-τομή στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας!

Ποια είναι όμως η ιστορία της Μαντάμ Μποβαρί;Η ιστορία ακολουθεί την Έμμα, μια νεαρή και παθιασμένη κοπέλα που ζει στην γαλλική επαρχία, αλλά που διακαώς ονειρεύεται να ξεφύγει από αυτή, από τη μίζερη καθημερινότητα και τον μικροαστισμό των ανθρώπων που την περιβάλλουν. Θέλει να μάθει αλλά κυρίως να νιώσει «τι είναι πάθος», συνοδευόμενο από όλες αυτές τις έντονες συγκινήσεις και συναισθηματικές εξάρσεις που έχει διαβάσει μόνο στα ρομαντικά μυθιστορήματα που διαβάζει. Όταν τελικά θα παντρευτεί τον Σαρλ Μποβαρί, έναν αφοσιωμένο και χαμηλών τόνων επαρχιακό γιατρό που την αγαπά πραγματικά, η ευκαιρία να ζήσει όλα όσα επιθυμεί, αφήνοντας πίσω εκείνα που την πνίγουν, φαντάζει ιδανική. Πολύ σύντομα όμως η ζωή με τον Μποβαρί θα την βυθίσει ακόμη πιο βαθιά στην υπαρξιακή της πλήξη…

Αναζήτηση του εαυτού, ανεξαρτησία και αυτοπραγμάτωση σ’ έναν κόσμο φτιαγμένο από άντρες για άντρεςΠριν από 167 χρόνια, ο Φλωμπέρ έπλασε στη φαντασία του μία ηρωίδα ανικανοποίητη, παραδομένη στα πάθη της, σε μια διαρκώς λυσσαλέα – σχεδόν εμμονική – αναζήτηση της ηδονής μέσα από καθημερινές απολαύσεις. Μια ηρωίδα όμως την ίδια στιγμή πολύ θαρραλέα. Ούσα εγκλωβισμένη σ’ ένα μικροαστικό και μίζερο περιβάλλον, γεμάτο συντηρητικές προκαταλήψεις, έρμαιο μιας εποχής κι ενός κόσμου φτιαγμένου από άντρες για άντρες, με τη μοίρα της προαποφασισμένη από εκείνους που τη θέλουν υποταγμένη σ’ έναν ρόλο «διακοσμητικής θηλυκότητας». Η ίδια δεν θα μπορέσει ποτέ να χωρέσει σε αυτό το καλούπι της άνυδρης πραγματικότητας που την περιβάλλει και την σφίγγει, ενώ θα αμφιταλαντεύεται συνεχώς ανάμεσα στο αν πρέπει να επιλέξει την αρετή στη ζωή ή αυτό το πολύτιμο αίσθημα της ελευθερίας που χαρίζουν η ανεξαρτησία και η αυτοπραγμάτωση.

Η έντονη ανάγκη της για τη δημιουργία ενός άλλου φανταστικού και σχεδόν εξιδανικευμένου κόσμου γεμάτου πάθη και απολαύσεις που θα διαδραματίσει για την ίδια τον ρόλο καταφυγίου από τον πραγματικό κόσμο, θα την οδηγήσει σε μια σειρά «τολμηρών» επιλογών ανακάλυψης της ηδονής μέσα από την εναλλαγή ερωτικών συντρόφων, κλυδωνίζοντας τα κοινωνικά ταμπού της εποχής, πορευόμενη όμως σ’ έναν δραματικό κατήφορο δίχως τέλος – μία πορεία όμως που ταυτίζεται με τη σπουδαία αναζήτηση του «ποια είναι στ’ αλήθεια η Έμμα Μποβαρί;». 

Ακροβατώντας ανάμεσα στην ποίηση και τον ωμό ρεαλισμό, ο Φλωμπέρ δημιούργησε μία τραγική γυναίκα ηρωίδα που με τα πάθη και τις αδυναμίες της θα μπορούσε να ζήσει σε κάθε εποχή. Είναι ευάλωτη, αλλά γι΄αυτό ακριβώς είναι ανθρώπινη. «Η Μαντάμ Μποβαρί είμαι εγώ!», είχε δηλώσει ο ίδιος ο συγγραφέας, θέλοντας να υπερασπιστεί το έργο του που προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στην εποχή του. Άλλωστε κι εκείνος στη Νορμανδία έζησε, γνώριζε καλά τον μικροαστικό τρόπο ζωής στην επαρχία, τον οποίο μάλιστα, βαθιά μέσα του, είχε απαρνηθεί και ο ίδιος. Και αυτή τη δήθεν αψεγάδιαστη και καθωσπρέπει κοινωνία ήθελε να κοιτάξει κατάματα και να ξεγυμνώσει από το πατριαρχικό της περίβλημα. Και έβαλε την Έμμα να το κάνει. Τη στιγμή που η ίδια αναζητά τον δικό της σκοπό στη ζωή και την ουσιαστική της ταυτότητα – ένα θέμα οικουμενικό που απασχολεί τη συνείδηση κάθε ανθρώπου που έχει περάσει από αυτή τη ζωή, είτε έζησε στο 1856 είτε στο 2024.

Η παράστασηΔιατηρώντας τα στοιχεία του χιούμορ έναντι της τραγικότητας και την αγωνιώδη προσπάθεια της Έμμα Μποβαρί να βρει τη δική της αλήθεια σ΄έναν υποκριτικό κόσμο, η Έλσα Ανδριανού διασκεύασε άρτια το αριστουργηματικό και ρηξικέλευθο μυθιστόρημα του Γκυστάβ Φλωμπέρ και η Λίλλυ Μελεμέ στη συνέχεια έβαλε την προσωπική της υπογραφή στη σκηνοθεσία – ένα πραγματικά δύσκολο στοίχημα.

Η Πέγκυ Τρικαλιώτη «ντύνεται»μία ιδανική Μαντάμ Μποβαρί, αναδεικνύοντας με όλη της την ψυχή κάθε ευάλωτη πλευρά της ασυμβίβαστης αυτής ηρωίδας της που βυθίζεται όλο και περισσότερο στην άβυσσο, βιώνοντας έντονα (και για σχεδόν 2 ώρες και χωρίς διάλειμμα επί σκηνής) κάθε εσωτερική πάλη κατά την απεγνωσμένη της αναζήτηση για νόημα, έρωτα και ευτυχία στη ζωή.

Ο Κώστας Βασαρδάνης στον ρόλο του ευγενικού και γεμάτου κατανόηση συζύγου της Έμμα, Σαρλ Μποβαρί, χαρίζει μία από τις προσωπικά αγαπημένες μου σκηνές στο τέλος της παράστασης, έναν μονόλογο που απλά βρήκε μια θέση να κάτσει στο μυαλό μου, συνοψισμένος στην τόσο απλή αλλά συνάμα δυνατή φράση: «Μακάρι να ήμουν αυτός», όταν με περίσσιο μεγαλείο ψυχής αποδεικνύει την τεράστια αγάπη του για την γυναίκα του Έμμα, γνωρίζοντας πια την αλήθεια για τους εραστές της και επιθυμώντας πολύ απλά να ήταν ένας από εκείνους. Κι όλα αυτά παρά το γεγονός πως δεν μπόρεσε ποτέ να αναγνωρίσει κανέναν από τους δαίμονές της…

Οι υπόλοιποι ηθοποιοί, Πάρης Θωμόπουλος, Ανδρέας Νάτσιος και Γιάννης Εγγλέζος συμπληρώνουν υπέροχα το καστ, ενσαρκώνοντας παραπάνω από έναν ρόλο ο καθένας.

Μία παράσταση που σε παρασέρνει και που παρά την αρκετά μεγάλη της διάρκεια ο χρόνος κυλά γρήγορα και σε φέρνει στο τέλος στο πλευρό της Έμμα και όχι απέναντι. Τη συμπονάς κάθε λεπτό και σε κάθε διάλογο-πάλη με τον εαυτό της. «Η αυτοθυσία έχει κάτι το ευγενές», τα λόγια της ηχούν ακόμη στο μυαλό μου σκεπτόμενη τον πραγματικό της αγώνα να πιστέψει πως ο συμβιβασμός σε μια ζωή που δεν σε γεμίζει μπορεί να αποτελεί μια γενναία πράξη αυτοθυσίας, που όμως αξίζει να την κάνει κανείς; Και γιατί; Για να θεωρείται ενάρετος; Και από ποιους, στ’ αλήθεια; Η ίδια γίνεται η «φωνή» κάθε ανθρώπινου πλάσματος που παλεύει να βρει τη δική του και αναζητά τη δική του αλήθεια και ευτυχία, πληρώνοντας τις περισσότερες φορές ένα ακριβό τίμημα. Μήπως τελικά η Μαντάμ Μποβαρί είμαστε εμείς;

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Η «Μαντάμ Μποβαρί», ανεβαίνει σε σκηνοθεσία της Λίλλυς Μελεμέ, κάθε Παρασκευή στις 21:00, Σάββατο στις 17:30 και Κυριακή στις 21:00 στο Θέατρο Αποθήκη (Σαρρή 40, Αθήνα).

Παίζουν: Πέγκυ Τρικαλιώτη, Κώστας Βασαρδάνης, Ανδρέας Νάτσιος, Πάρης Θωμόπουλος, Γιάννης Εγγλέζος
Τιμές εισιτηρίων: Κανονικό: 18 ευρώ, φοιτητικό, ανέργων και παιδικό: 16 ευρώ
Προπώληση: https://www.more.com/theater/theatro-apothiki/mantam-mpobari/

 

 

Πηγή: monopoli.gr